Εκδοτικό Σημείωμα

Με την έκδοση του ηλεκτρονικού περιοδικού Action Researcher in Education επιχειρούμε μια εκπαιδευτική και επιστημονική παρέμβαση – πρόταση για μια διαφορετική προσέγγιση της εκπαιδευτικής έρευνας και πράξης. Δεν υποστηρίζουμε ωστόσο ότι η έκδοση ενός περιοδικού για την Εκπαιδευτική Έρευνα Δράσης αποτελεί μια καινοτομική πρωτοβουλία ούτε μια πρωτόγνωρη προοπτική. Η Εκπαιδευτική Έρευνα Δράσης αποτελεί μια προσέγγιση που εδώ και δεκαετίες έχει νομιμοποιηθεί επιστημονικά και πολιτικά σε πολλές χώρες ως μια εναλλακτική ματιά απέναντι στο σχολείο, τους εκπαιδευτικούς και τη δράση τους σε αυτό, την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Αλλά και στη χώρα μας εδώ και χρόνια η προσέγγιση αυτή έχει προβληθεί ως εναλλακτική στον κανονιστικό και ρυθμιστικό λόγο του θετικιστικού παραδείγματος με ολοένα και αυξανόμενο μάλιστα ενδιαφέρον και από την πανεπιστημιακή και από την σχολική κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά δεν έχει εκδοθεί ως τώρα περιοδικό που να αφορά την εκπαιδευτική έρευνα δράσης στη χώρα μας. Η δημιουργία λοιπόν μιας ιστοσελίδας για την εκπαιδευτική έρευνα δράσης και η έκδοση ενός ηλεκτρονικού περιοδικού πιστεύουμε ότι μπορούν να συμβάλουν στη συγκροτημένη ανάδειξη της διαφορετικής αυτής τάσης, ως εναλλακτικής στην τεχνοκρατική –συχνά κυρίαρχη- λογική, καλύπτοντας ταυτόχρονα το σχετικό κενό στην ελληνική πραγματικότητα.    

Πεποίθησή μας άλλωστε είναι ότι το περιοδικό μπορεί να παράσχει ένα χώρο, όπου θα δημοσιεύονται τόσο θεωρητικά κείμενα σχετικά με την εκπαιδευτική έρευνα αλλά και έρευνες σχετικές με την εκπαίδευση, ιδίως εκπαιδευτικές έρευνες δράσης και έρευνες που αναδεικνύουν αλλά και προωθούν το στοχασμό των εκπαιδευτικών. Το περιοδικό επίσης μπορεί να αποτελέσει ένα φόρουμ για διάλογο μεταξύ των ερευνητών, οπότε να συμβάλει και στη δημιουργία και διατήρηση ενός διαλόγου μεταξύ εκπαιδευτικών ερευνητών, σε όποια βαθμίδα της εκπαίδευσης και εάν εργάζονται, ενδυναμώνοντας τους ίδιους, αλλά και τους αναγνώστες τους στην προοπτική τόσο της ανάπτυξης της στοχαστικής πρακτικής και της κριτικής ανάλυσης όσο και της επαγγελματικής τους εξέλιξης. Έτσι όσοι συμμερίζονται τη διαφορετική αυτή οπτική μπορούν όχι μόνο να βρουν έναν χώρο για να την εκφράσουν αλλά ταυτόχρονα και να μοιραστούν τους προβληματισμούς τους, να αναζητήσουν και να βρουν εναλλακτικές προτάσεις και ίσως να επιδιώξουν μια διαφορετική, περισσότερο συλλογική, δράση.

Επιλέξαμε τέλος να είναι δίγλωσσο το περιοδικό (να φιλοξενεί δηλαδή κείμενα στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα) γιατί πιστεύουμε ότι ο διάλογος αυτός μπορεί, και ίσως πρέπει, να υπερβαίνει όχι μόνο ατομικά αλλά και εθνικά σύνορα. Απευθυνόμαστε έτσι σε ένα διεθνές κοινό, σε ένα κοινό που δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αλλά προσδιορίζεται από κοινά επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντα. Ο διάλογος ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς ερευνητές από διαφορετικές χώρες μπορεί, στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον μέσα στο οποίοι κινούμαστε, να εμπλουτίσει τόσο το στοχασμό όσο και τη δράση μας. Για τη διευκόλυνση του διαλόγου αυτού επιλέξαμε, επίσης, το περιοδικό να είναι ηλεκτρονικό και να έχει πρόσβαση ανοιχτή σε όλους.

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού (τχ. 1/Δεκέμβριος 2010) έχει μια ιδιαιτερότητα: διαμορφώθηκε από άρθρα που μας έστειλαν ερευνητές δράσης από διάφορα πανεπιστήμια, μετά από σχετική πρόσκληση. Ευελπιστούμε ότι στη συνέχεια οι αναγνώστες ερευνητές δράσης θα ανταποκριθούν στην ευρύτερη πρόσκληση που καταθέτουμε με την έκδοση του πρώτου αυτού τεύχους στην ακαδημαϊκή και σχολική κοινότητα που ασχολείται με την εκπαιδευτική έρευνα δράσης και θα στείλουν κείμενά τους προς κρίση και δημοσίευση. 

Στο πρώτο αυτό τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Action Researcher in Education υπάρχουν άρθρα τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες χώρες, όπως από την Αγγλία, την Ιρλανδία, τη Νορβηγία, την Κύπρο και την Αυστραλία. Τα άρθρα αυτά θέτουν ποικίλα θέματα σχετικά με την εκπαιδευτική έρευνα δράσης που έχουν προκύψει όταν αυτή αξιοποιείται σε διάφορα εκπαιδευτικά πεδία, από την προσχολική Αγωγή έως και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Τα τέσσερα πρώτα άρθρα είναι θεωρητικά και αναφέρονται στη συμβολή της έρευνας δράσης τόσο στην επαγγελματική εξέλιξη των εκπαιδευτικών όσο και στην ανάδειξη της αλληλεπιδραστικής ανάπτυξης της θεωρίας και της πράξης. Επισημαίνονται επίσης οι δυσκολίες κατά την ανάπτυξη διερευνητικών και αναστοχαστικών πρακτικών κατά την διενέργεια μιας εκπαιδευτικής έρευνας δράσης και διερευνώνται οι προϋποθέσεις της ποιοτικής ανάπτυξής της. Παρουσιάζονται τέλος οι ποικίλες μορφές της στη βάση διαφορετικών επιστημολογικών επιλογών.

Πιο συγκεκριμένα, αρχικά στο άρθρο του ‘The Educational Action Research and the Teacher’, o John Elliott καταθέτει τις σκέψεις του  σχετικά με την εκπαιδευτική έρευνα δράσης και τις επιπτώσεις της για τον εκπαιδευτικό που συμμετέχει σε αυτήν. Ο συγγραφέας ουσιαστικά σε μια αναστοχαστική αφήγηση μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις του για την έρευνα δράσης μετά την πολυετή ενασχόλησή του με το χώρο  σε ποικίλα πεδία και σε διαφορετικές χώρες. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζει στο θέμα του τι μπορεί να σημαίνει για έναν εκπαιδευτικό η συμμετοχή του σε έρευνα δράσης, τόσο από την άποψη των δυνατοτήτων που μπορεί να του προσφέρει όσο και από την άποψη των περιορισμών και δυσκολιών που ενδεχομένως να του παρουσιαστούν.

Στη σημασία της έρευνας δράσης για τον εκπαιδευτικό εστιάζει και η Μαίρη Κουτσελίνη – Ιωαννίδου στο άρθρο της «Η Έρευνα Δράσης ως εκπαιδευτική διαδικασία ανάπτυξης εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων». Επισημαίνει έτσι συγκεκριμένους τομείς (συνειδητοποίηση και αλλαγή προσωπικής εκπαιδευτικής θεωρίας, συλλογική δράση, συμμετοχή σε περιβάλλοντα μάθησης, αναστοχασμό) με βάση τους οποίους τεκμαίρεται η επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού μέσω της έρευνας δράσης. Αναφέρεται επίσης στις προϋποθέσεις και το ρόλο του αναστοχασμού, στο πλαίσιο μιας έρευνας δράσης, αλλά και στις δυσκολίες ανάπτυξης αναστοχαστικών πρακτικών.

Στο θέμα της ποιότητας μιας έρευνας δράσης και στα κριτήρια με βάση τα οποία μπορούμε να την ορίσουμε αναφέρονται οι S. Groundwater-Smith & N. Mockler στο άρθρο τους ‘Speaking of Quality and Research that Counts: Making an Impact on Practice’. Οι συγγραφείς ουσιαστικά διερευνούν τους παράγοντες που προσδίδουν ποιότητα σε μια έρευνα δράσης. Παρουσιάζουν, για το σκοπό αυτό, μια σειρά από ερωτήσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση μιας έρευνας δράσης. Οι ερωτήσεις αυτές αφορούν τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της, τα δεδομένα που συλλέγονται και την ερευνητική διαδικασία που επιλέγεται, όπως και τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τους συμμετέχοντες και για το ευρύτερο πλαίσιο όπου διενεργείται.

Το θέμα της σχέσης ανάμεσα στις επιστημολογικές βάσεις της εκπαιδευτικής έρευνας δράσης και τους τρόπους με τους οποίους αυτή διενεργείται αναδεικνύει στο άρθρο της ‘Epistemological Perspectives in an Approach to Teacher Research’ η H. Hiim. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι διαφορετικές επιστημολογικές παραδοχές συνεπάγονται διαφορετικές αντιλήψεις αρχικά για το σκοπό της έρευνας δράσης, αλλά και για τις ερευνητικές μεθόδους που θα επιλεγούν και τα ερευνητικά δεδομένα που θα συλλεχθούν. Ενδιαφέρον προκαλούν οι μεθοδολογικές προοπτικές, που κατά τη συγγραφέα, ανοίγει στην έρευνα δράσης ο στοχασμός των Wittgenstein, Heidegger και Habermas.

Τα επόμενα τρία άρθρα περιγράφουν εκπαιδευτικές έρευνες δράσεις που διενεργήθηκαν σε διαφορετικά εκπαιδευτικά πεδία και με ποικίλους στόχους. Οι συγγραφείς τους ωστόσο παίρνοντας ως αφορμή την εκπαιδευτική έρευνα δράσης που διεξήγαγαν εστιάζουν και σε διαφορετικά θεωρητικά ζητήματα, όπως το θέμα της συνεργασίας του σχολείου με το Πανεπιστήμιο μέσω δικτύων πρακτικών κοινοτήτων, την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και  τη σχέση της εκπαιδευτικής έρευνας δράσης με την κριτική εθνογραφία.

Έτσι η Αλεξάνδρα Ανδρούσου στο άρθρο της «Από την επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη δημιουργία μιας κοινότητας πρακτικής και μαθητείας:  διεργασίες και δυναμική μιας πορείας», που συνέγραψε με τη συνεργασία των Κοραλία Αγαπητού, Παρασκευή Βλάχου, Αθηνά Γκότση, Μαριάνθη Καλαφάτη, αφηγείται την προσπάθεια συνεργασίας της συγκεκριμένης ομάδας εκπαιδευτικών με την ίδια, η οποία δρα ως κριτική φίλη / ερευνήτρια από το πανεπιστήμιο. Μέσα από τη συνεργασία αυτή, που ενισχύει τη σχέση σχολικής εκπαίδευσης και πανεπιστημίου, σταδιακά διαμορφώνεται μια κοινότητα πρακτικής και οι εκπαιδευτικοί μεταβάλλονται σε εκπαιδευτικούς ερευνητές. Στο άρθρο περιγράφονται η συνεργατική πρακτική που σταδιακά αναπτύχθηκε, οι δυσκολίες που προέκυψαν καθ΄ όλη την πορεία, τα ερωτήματα που συνεχίζουν να μένουν αναπάντητα και η δυναμική που αναπτύσσεται μέσω της εκπαιδευτικής έρευνας δράσης στην προοπτική της διαμόρφωσης ενός δικτύου μέσα σε ένα αναστοχαστικό πλαίσιο μαθητείας και δράσης.  

Την περιγραφή μιας ανάλογης απόπειρας με σαφή όμως στόχο την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών επιχειρούν και οι Βενετία Καπαχτσή & Δόμνα Μίκα Κακανά στο άρθρο τους «Η Συνεργατική Έρευνα Δράσης ως μοντέλο επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών». Στο κείμενο αυτό η έρευνα δράσης παρουσιάζεται ως μοντέλο επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η συνεργατική έρευνα δράσης στην οποία συμμετείχαν πέντε εκπαιδευτικοί και οι δύο συγγραφείς ως διευκολύντριες. Οι δύο ερευνήτριες μέσα από το συντονισμό, την παρακολούθηση και τη συλλογή ερευνητικών δεδομένων, αξιολογούν την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών που διενεργείται μέσω έρευνας δράσης και επομένως μέσω αναστοχαστικών πρακτικών και συμμετοχικής παρατήρησης. Καταλήγουν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια γόνιμη διεξαγωγή συνεργατικής έρευνας δράσης.

Ο Ελευθέριος Βεκρής στο άρθρο του «Από την Κριτική Εθνογραφία στην Κριτική Έρευνα Δράσης: Ένα συνεχές στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής καινοτομίας» θέτει ένα μεθοδολογικό ζήτημα της έρευνας δράσης: τη σχέση της με την κριτική εθνογραφία. Μέσα από την παρουσίαση συγκεκριμένης ερευνητικής πορείας που οργάνωσε ο ίδιος σχετικά με καινοτομικές πρακτικές κατά τη διδασκαλία  της Νεοελληνικής Γλώσσας σε Γυμνάσιο της Αττικής, αναδεικνύει την αξία και την ποιότητα που μπορεί να προσδώσει η κριτική εθνογραφική προσέγγιση στην κριτική έρευνα δράσης. Πιο συγκεκριμένα αναδεικνύει το συνεχές της κριτικής εθνογραφικής προσέγγισης με την κριτική έρευνα δράσης, με συνεκτικά στοιχεία τη διυποκειμενική – διαλογική προσέγγιση του πεδίου και τη δράση με διττό στόχο, την ενδυνάμωση των υποκειμένων και την καινοτομία.

Στο ρόλο και τη σημασία της αφήγησης κατά την διενέργεια μιας έρευνας δράσης μέσω κυρίως της καταγραφής της αναφέρονται τα δύο επόμενα άρθρα.

Πιο συγκεκριμένα η Jean McNiff στο άρθρο της ‘Writing the narratives of social transformation: how do I enable others to speak for themselves?’ συζητά τρόπους με τους οποίους ένας ερευνητής δράσης από τη θέση του διευκολυντή μπορεί να ενδυναμώσει εκπαιδευτικούς ερευνητές ώστε να αφηγηθούν την έρευνά τους, να διαμορφώσουν τις δικές τους ζωντανές εκπαιδευτικές θεωρίες και να τις γράψουν. Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι έρευνα σημαίνει συστηματική διερεύνηση που δημοσιοποιείται, καταλήγει στη διαπίστωση ότι μια έρευνα δράσης, ως διαδικασία προσωπικής και κοινωνικής αλλαγής, ολοκληρώνεται με τη συγγραφή της που καθιστά σαφείς και δημόσιους τους σκοπούς για τους οποίους διενεργήθηκε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι και η ίδια η συγγραφέας παρουσιάζει τη δική της πορεία ως διευκολύντρια μέσα από μια αυτο-στοχαστική έρευνα δράσης που μας παραθέτει. Η προσωπική της ανάπτυξη και οι κοινωνικές αλλαγές που επέφερε με τη δράση της παρουσιάζονται μέσα από σειρά επάλληλων κύκλων έρευνας δράσης.  

Ο Andy Townsend στο άρθρο του ‘Why write about action research?’ εστιάζει περισσότερο στη σημασία της συγγραφής και της δημοσίευσης της εκπαιδευτικής έρευνας δράσης παραθέτοντας επιχειρήματα στα οποία στηρίζει την αναγκαιότητα αυτής της διαδικασίας: η μαθησιακή και κυρίως η (ανα)στοχαστική λειτουργία της γραφής, η δημοσιοποίηση ως μέσο διαλόγου και ανάπτυξης μιας ευρύτερης κοινότητας ερευνητών δράσης και διαμόρφωσης ανάλογων δικτύων. Ο συγγραφέας τέλος επισημαίνει την ιδιαιτερότητα της καταγραφής μιας έρευνας δράσης, καθώς υποστηρίζει ότι συμβάλλει στη συνειδητοποίηση της οπτικής του συγγραφέα που αποτελεί και δράστη-ερευνητή, συμμέτοχο δηλαδή στη διαδικασία. Η αναστοχαστική έτσι λειτουργία επιδρά και στην ανάπτυξη της δράσης σε ένα διαδραστικό πλαίσιο ανάπτυξης.    

Παρεμφερές ως προς το θέμα σε μια όμως διευρυμένη προοπτική είναι και το άρθρο του Jack Whitehead ‘Creating An Educational Epistemology In The Multi-Media Narratives Of Living Educational Theories And Living Theory Methodologies’. Στο άρθρο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει με συγκεκριμένα παραδείγματα την νέα, όπως την αποκαλεί, επιστημολογία για την εκπαιδευτική έρευνα και την εκπαιδευτική γνώση μέσω της χρήσης των πολυμεσικών αφηγήσεων (multi media narratives). O Whitehead υποστηρίζει ότι η αξιοποίηση των τεχνολογιών επικοινωνίας επιτρέπει την ανάδυση, τη συνειδητοποίηση και τη διάδοση της ζώσας εκπαιδευτικής θεωρίας. Η πρωτοτυπία αυτού του άρθρου έγκειται στο γεγονός ότι προτείνει μια μέθοδο χρήσης του βίντεο και άλλων ψηφιακών μέσων που μπορούν να συμπληρώσουν την μονοτροπική αφήγηση με λόγο και να αυξήσουν τις δυνατότητες που έχει ως εργαλείο αναστοχασμού και μέσο δημοσιοποίησης της έρευνας δράσης που διενεργήθηκε. 

Το τελευταίο άρθρο του τεύχους αναφέρεται στην προοπτική που ανοίγεται για την εκπαιδευτική έρευνα δράσης μέσα από τη διδασκαλία της στο Πανεπιστήμιο. Η  Ελένη Κατσαρού και ο Βασίλης Τσάφος στο κείμενό τους «Στην προοπτική της διαμόρφωσης δυναμικών δικτύων μάθησης υποψηφίων εκπαιδευτικών μέσω έρευνας δράσης: ο ρόλος της αρχικής εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο» περιγράφουν ένα συνεργατικό ερευνητικό πρόγραμμα διδασκαλίας της έρευνας δράσης που ανέπτυξαν στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, αφού περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο οργάνωσαν την εξοικείωση των φοιτητών με την εκπαιδευτική έρευνα δράσης (εκτός από θεωρητικές εισηγήσεις γύρω από το τι είναι έρευνα δράσης και πώς διενεργείται, συμμετοχή των ίδιων των φοιτητών σε διαδικασίες έρευνας δράσης), παρουσιάζουν τα στοιχεία της δικής τους εκπαιδευτικής έρευνας δράσης σχετικά με τις δυνατότητες που μια τέτοια οργάνωση ανοίγει για την επαγγελματική ανάπτυξη και εξέλιξη των υποψήφιων εκπαιδευτικών αλλά και τις δυσκολίες που προέκυψαν, τις οποίες προσπαθούν να ερμηνεύσουν.

 Όλα τα άρθρα του συγκεκριμένου τεύχους αποτελούν ευγενή προσφορά των συγγραφέων για το εναρκτήριο τεύχος του περιοδικού μετά από πρόσκληση των εκδοτών. Γι’ αυτό το λόγο νιώθουμε την ανάγκη να τους ευχαριστήσουμε θερμά. Δεν ανταποκρίθηκαν απλώς στο αίτημά μας. Αισθανόμαστε ότι μας στηρίζουν σε αυτή μας την προσπάθεια. Μια συνδρομή πραγματικά σημαντική στο ξεκίνημά μας…

Οι υπεύθυνοι της έκδοσης
Ελένη Κατσαρού & Βασίλης Τσάφος