Φρυδάκη, E. (2009). Η Διδασκαλία στην Τομή της Νεωτερικής και της Μετανεωτερικής Σκέψης. Αθήνα: Κριτική.

Στην πληθώρα των βιβλίων που εκδίδονται σχετικά με τη διδασκαλία είναι πράγματι πολύ δύσκολο να βρεις κάτι νέο, κάτι που θα δώσει έναυσμα σε νέες στοχαστικές αναζητήσεις σε ένα πεδίο μάλιστα στο οποίο καθένας θεωρείται ειδικός. Πολλά άλλωστε από αυτά τα βιβλία προσπαθούν να ορίσουν ένα κανονιστικό πλαίσιο για τη διαδικασία της διδασκαλίας και της μάθησης, παραπέμποντας σε μια παρωχημένη αντίληψη για την παιδαγωγική ως εφαρμοσμένη επιστήμη.

Γι’ αυτό και το βιβλίο της Ε. Φρυδάκη Η Διδασκαλία στην Τομή της Νεωτερικής και της Μετανεωτερικής Σκέψης, που πρόσφατα εκδόθηκε, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση όχι διδασκαλίας αλλά θεώρησής της στο πλαίσιο της εξέλιξης της παιδαγωγικής σκέψης και των όρων, ιστορικών, κοινωνικών και επιστημολογικών που την καθόρισαν. Η συγγραφέας προσπαθεί δηλαδή με συστηματικό τρόπο να παρουσιάσει τους διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της εκπαίδευσης ευρύτερα και της εκπαιδευτικής πράξης ειδικότερα, όπως αυτοί απορρέουν από τις δύο αντιτιθέμενες οπτικές της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας. Η ταξινόμηση λοιπόν των ποικίλων θεωρήσεων και η κατηγοριοποίηση των διαφόρων θεωριών με άξονες το νεωτερικό και το μετανεωτερικό πλαίσιο στοχασμού και δράσης συνιστά το ιδιαίτερο στίγμα της επιστημονικής αναζήτησης της συγγραφέως. Αποτελεί παράλληλα και τη συμβολή της στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού και συγκροτημένου παιδαγωγικού λόγου στο πλαίσιο μιας πιο συλλογικής επιστημονικής συζήτησης, με τους όρους που αυτή διεξάγεται όχι τόσο στον ελληνικό όσο στον αγγλόφωνο κυρίως επιστημονικό χώρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας εκδιπλώνει τις αναζητήσεις της και παραθέτει τα πορίσματα αυτού του ενδιαφέροντος στοχασμού. Ορίζει από την αρχή το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι αναζητήσεις της προετοιμάζοντας παράλληλα τον αναγνώστη για ένα (ανα)στοχαστικό ταξίδι. Ορίζοντας τη διδασκαλία ως μια «σύνθετη διανοητική, ηθική, επικοινωνιακή και κοινωνικοπολιτισμική δραστηριότητα», υπόσχεται να παρουσιάσει τους τρόπους με τους οποίους ανακατασκευάζεται η έννοιά της και μαζί και τους λόγους αυτής της ανακατασκευής μέσα στον ιστορικό χρόνο. Προβάλλοντας παράλληλα τη θεωρία ως νοηματοδότηση των διαδικασιών από το ίδιο το υποκείμενο της δράσης επιχειρεί μέσα από την ιστορική αυτή αναδρομή να δώσει στον αναγνώστη τη δυνατότητα και μαζί το έναυσμα να συνειδητοποιήσει την προσωπική εκπαιδευτική του θεωρία και τους όρους της διαμόρφωσης και γιατί όχι και της επικείμενης αναμόρφωσής της.

Οι αρχές της νεωτερικότητας, δοκιμασμένες επαρκώς και έχοντας συγκροτήσει ευδιάκριτο παιδαγωγικό λόγο, ορίζουν, κατά τη συγγραφέα, με απόλυτη σαφήνεια το εκπαιδευτικό πλαίσιο, ανταποκρινόμενες στο αίτημα για ορθολογικό έλεγχο της εκπαιδευτικής πράξης. Υπό αυτή την οπτική παρατίθενται στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι ποικίλες εκδοχές της νεωτερικής εκπαιδευτικής σκέψης (θετικιστικό και ερμηνευτικό παράδειγμα) και διερευνώνται τόσο οι συνέπειές της στη συγκρότηση των νεωτερικών εκπαιδευτικών θεωριών (συμπεριφορισμός και διδασκαλία, στοχοθετικά Αναλυτικά Προγράμματα, εισηγητικές και διαλογικές μορφές διδασκαλίας…) όσο και οι παρεπόμενες δυσανεξίες της (εργαλειακός λόγος, ατομισμός, υποταγή στα αιτήματα της βιομηχανικο-τεχνολογικής κοινωνίας…).

Οι μετανεωτερικοί αντίθετα καθορισμοί και οι ποικίλοι εκπαιδευτικοί οραματισμοί, που ακόμη προκύπτουν στο πλαίσιο των μετανεωτερικών αναζητήσεων διερευνώνται, όπως επισημαίνει η συγγραφέας, ως εκπαιδευτική προοπτική και δυναμική περισσότερο παρά ως συντελεσμένη εκπαιδευτική πραγματικότητα. Η συγγραφέας ξεκαθαρίζει βέβαια ότι προσεγγίζει την μετανεωτερικότητα μέσα από το ενδιαφέρον της για τον άνθρωπο ως δημιουργό της γνώσης και του νοήματος και αναζητά τους κοινούς τόπους που ορίζουν τη μετάβαση από το νεωτερικό στο μετανεωτερικό εκπαιδευτικό πλαίσιο: από τον ατομισμό στη διάδραση και στις εκπαιδευτικές κοινότητες, από τον τεχνοκράτη και κάτοχο μιας αδιαμφισβήτητης γνώσης αλλά διεκπεραιωτή εκπαιδευτικό στον (ανα)στοχαζόμενο επαγγελματία που υποστηρίζει, ενδυναμώνει και δημιουργεί ένα διαδραστικό κλίμα. Εστιάζει έτσι στο κονστρουκτιβιστικό παράδειγμα, στις ποικίλες μετανεωτερικές θεωρήσεις του Αναλυτικού Προγράμματος (ριζοσπαστική παιδαγωγική, μετανεωτερικός εκλεκτικισμός, ολιστική-οικολογική προσέγγιση…) και στις κοινότητες μάθησης, που αποτελούν εκφάνσεις της μετανεωτερικής εκπαιδευτικής σκέψης.

Η παράθεση ωστόσο της κριτικής που έχει ασκηθεί στους εκπαιδευτικές εκδοχές προς τις οποίες προσανατολίζει η μετανεωτερική σκέψη και η επισήμανση των κινδύνων για πιθανό εγκλωβισμό σε νέου τύπου εξαρτήσεις, όπως για παράδειγμα η συμμόρφωση στα αιτήματα της παγκοσμιοποιημένης μεταβιομηχανικής οικονομίας, αποτρέπουν τον αναγνώστη από την καταφυγή σε νέους δογματισμούς εξίσου επικίνδυνους με τους παλιούς.

Η παρουσίαση έτσι των δύο αντιτιθέμενων οπτικών και των υποκείμενων παραδοχών από τις οποίες απορρέουν υποδεικνύουν διαφορετικούς τρόπους θεώρησης και προσέγγισης των εκπαιδευτικών ζητημάτων. Με την τελική μάλιστα αναστοχαστική επιστροφή στην εννοιολογική διερεύνηση της διδασκαλίας η συγγραφέας καλεί εμμέσως τον αναγνώστη να διερευνήσει τη δική του θέση απέναντι σε αυτές τις οπτικές, διευρύνοντας παράλληλα τη ματιά του για το νόημα και τις διαδικασίες της εκπαίδευσης. Και αν το τέλος αυτού του αναστοχαστικού ταξιδιού δίνει στον αναγνώστη και το έναυσμα για μια πορεία επαγγελματικής και επιστημονικής αυτοσυνειδησίας, το κέρδος είναι μεγάλο. Και η οφειλή στη συγγραφέα σημαντική…