Εκδοτικό σημείωμα

Στο συγκεκριμένο (7ο) τεύχος του περιοδικού υπάρχουν άρθρα που δείχνουν τον δυναμικό χαρακτήρα και τον κριτικό προσανατολισμό που μπορεί να πάρει η εκπαιδευτική έρευνα δράσης. Γιατί οι έρευνες δράσης που παρουσιάζονται στα άρθρα αυτά, είτε αφορούν εκπαιδευτικούς και μαθητές/ήτριες σε τυπικά αλλά και άτυπα πλαίσια, είτε αφορούν φοιτητές και φοιτήτριες, υποψήφιους εκπαιδευτικούς, στοχεύουν στην ανατροπή δεδομένων κοινωνικών ιεραρχήσεων και των εκπαιδευτικών συνεπαγωγών τους. Αλλά και τα θεωρητικά άρθρα του συγκεκριμένου τεύχους είτε αναφέρονται κριτικά στην κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη, είτε στις δυνατότητες αλλά και τις δυσκολίες που προκύπτουν από την  κριτική στόχευση της εκπαιδευτικής έρευνας δράσης.  

Πιο συγκεκριμένα:

Τα δύο πρώτα άρθρα εστιάζουν στην εκπαιδευτική πράξη και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να νοηματοδοτηθεί για τους μαθητές και τις μαθήτριες. Και τα δύο άρθρα παρουσιάζουν πρακτικές που επιχειρούν να αναγάγουν τους μαθητές και τις μαθήτριες σε πρωταγωνιστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Στο άρθρο τους Οι μαθητές ως έγκυρη πηγή γνώσης στην παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού οι μεταπτυχιακές φοιτήτριες Ανυφαντή Μαρία, Αρβανιτάκη – Καμμένου Αικατερίνη, Βιολντζή Χριστίνα, Γιαννοπούλου Χριστίνα, Δημητρακοπούλου Σπυριδούλα, Ζούρου Ελένη, Κατσιαρδή Αθανασία και Χούλη Ευαγγελία επιχειρούν να αναδείξουν τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί ο γνωστικός και εμπειρικός πλούτος που φέρουν οι μαθητές στο σχολείο, που έχει αποκτηθεί από την μάθηση κατά καθημερινή ζωή τους και την κοινότητά τους. Ένας τέτοιος τρόπος νομιμοποίησης θα μπορούσε να είναι η αξιοποίησή του για τη διαμόρφωση εκπαιδευτικού υλικού που εντάσσεται οργανικά στη διδακτική πράξη. Οι συγγραφείς μάλιστα διακρίνουν δύο κατηγορίες τέτοιου υλικού. Αυτό που συγκροτείται από αμιγώς μαθητικά κείμενα κι αυτό που το διαμορφώνει ο εκπαιδευτικός μέσα από σχετικές παρεμβάσεις συνδυάζοντας τη μαθητική με την επίσημη γνώση. Με βάση τον κονστρουκτιβισμό, οι συγγραφείς καταθέτουν ένα σύνολο διδακτικών προτάσεων αξιοποιήσιμων σε όλα τα γλωσσικά μαθήματα και με ποικίλες εναλλακτικές εφαρμογές. Οι προτάσεις αυτές οργανώνονται με βάση εκπαιδευτικό υλικό “από μαθητές για μαθητές”  με την παρέμβαση του εκπαιδευτικού – συνδιαμορφωτή και αποτελούν πρόκληση για τη διδακτική πράξη σηματοδοτώντας μια ουσιαστική αλλαγή στο εκπαιδευτικό περιβάλλον, εφόσον επικεντρώνονται, φωτίζουν και αναλύουν τις νοηματοδοτήσεις των μαθητών για τον κόσμο, παράγοντα που συνήθως αγνοείται στην τάξη.

Στο άρθρο τους «Ένα κλικ, ο κόσμος μου»: Η συμβολή της τέχνης της φωτογραφίας στην ανάπτυξη του πολυγραμματισμού σε δυο δημόσια νηπιαγωγεία των Αθηνών οι συγγραφείς Στεφανία Βουβουσίρα και Αιμιλία Φάκου προσπαθούν να αναδείξουν τη συμβολή της τέχνης της φωτογραφίας στην ενίσχυση των πολυγραμματισμών των μαθητών κατά την προσχολική εκπαίδευση. Με αναφορά στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Ένα κλικ, ο κόσμος μου», το οποίο πραγματοποιήθηκε τη σχολική χρονιά 2013-2014 σε τέσσερα δημόσια νηπιαγωγεία των Αθηνών, μας δείχνουν πώς μέσα από τη φωτογραφική δουλειά των μαθητών/τριών, η οποία αποτύπωνε τα ενδιαφέροντα, τις εμπειρίες και την καθημερινότητά τους, καλλιεργήθηκαν η γλωσσική επικοινωνία, η παραγωγή γραπτού λόγου και ο οπτικός γραμματισμός. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο εστιάζει σε δεδομένα που προέκυψαν από έρευνα δράσης η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο από τα παραπάνω νηπιαγωγεία, στα οποία οι συγγραφείς εργάζονταν ως νηπιαγωγοί και καταλήγει σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα που εξήχθησαν από την εν λόγω έρευνα.

Την αξιοποίηση της έρευνας δράσης στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και κυρίως κατά την εισαγωγή τους στο επάγγελμα συζητά το επόμενο άρθρο.

Ο Thomas G. Ryan, Καθηγητής στο Nipissing University in North Bay, στο Ontario του Καναδά, στο άρθρο του The Pre-Service Educator as Action Researcher and Leader συζητά τις δυνατότητες της έρευνας δράσης ως μέσου που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι μελλοντικοί – ασκούμενοι εκπαιδευτικοί προκειμένου να μελετήσουν ποικίλα ζητήματα ή προβλήματα που αντιμετωπίζουν στο εκπαιδευτικό περιβάλλον, αλλά και να αποκτήσουν τη διανοητική συνήθεια του (ανα)στοχασμού, συνθήκη που θα συμβάλει στη βελτίωση της πρακτικής τους στο σχολείο. Μέσα από την παρουσίαση ενός τέτοιου προγράμματος, ο συγγραφέας τονίζει και τη σημασία του ρόλου του εκπαιδευτή των ασκούμενων εκπαιδευτικών, όπως και την ποιοτική αναβάθμισή του σε περίπτωση που εμπλακεί σε διαδικασίες έρευνας δράσης. 

Τα δύο επόμενα άρθρα αναφέρονται στο κίνημα της Κριτικής Παιδαγωγικής. Το πρώτο διερευνά τους τρόπους ανάπτυξης ενός πανεπιστημιακού προγράμματος που εστιάζει στην Κριτική Παιδαγωγική, ενώ το δεύτερο συζητά τη συμβολή της έρευνας δράσης στη συνεχή ανανοηματοδότηση του χειραφετικού προτάγματος της Κριτικής Παιδαγωγικής.  

Στο άρθρο της Creativity and Critical Pedagogy in Initial Teacher Education η Yvonne Hill παρουσιάζει μια μελέτη περίπτωσης από ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών στο Πανεπιστήμιο. Επιχειρώντας μια εθνογραφική μελέτη του προγράμματος και της εξέλιξής του με άξονα την υιοθέτηση της κριτικής παιδαγωγικής στην προοπτική της ανάπτυξης εμπιστοσύνης στους/στις εκπαιδευόμενους/ες για την επαγγελματική τους δράση και ταυτόχρονα ικανοτήτων και δημιουργικότητας συζητά: α) τον βαθμό στον οποίο οι φοιτητές/ήτριες ανέπτυξαν δεξιότητες κριτικής σκέψης για παγκόσμια πολιτειότητα, β) τον βαθμό στον οποίο αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι κινηματογραφικές ταινίες εμπλέκουν ενεργά και βιωματικά τους/τις φοιτητές/τριες σε σχετικές συζητήσεις και γ) τον βαθμό στον οποίο η διασύνδεση της Παιδαγωγικής με την Πολιτική και την βιομηχανία του θεάματος στις πιο δημιουργικές εκδοχές της ανοίγει στους/στις φοιτητές/ήτριες μια διέξοδο κριτικής ανάγνωσης του πολιτισμικού «κειμένου». Μέσα από την ανάλυση προκύπτει η διαπίστωση ότι η διασύνδεση της τεχνολογίας με την παιδαγωγική μέσα από το πρίσμα της Κριτικής παιδαγωγικής είναι ένα απαιτητικό έργο, που προϋποθέτει μια επινοητική, ενεργό και (ανα)στοχαστική επαγγελματική ταυτότητα. Μια τέτοια παιδαγωγική προοπτική που σημαίνει ισορροπία ανάμεσα σε γεγονότα και συναισθήματα δεν αναζητά βεβαιότητες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Ένα μόνο θεωρεί βέβαιο: ότι πρόκειται για ένα συναρπαστικό ταξίδι που βοηθά τους εκπαιδευόμενους να αναπτύξουν δεξιότητες δημιουργικότητας και κριτικής ανάγνωσης του κόσμου.  

Τη σύζευξη ανάμεσα στην εκπαιδευτική έρευνα δράσης και την Κριτική Παιδαγωγική συζητά ο Βασίλης Τσάφος στο άρθρο του Κριτική παιδαγωγική και έρευνα δράσης: ανιχνεύοντας τη χειραφετική προοπτική στο μετανεωτερικό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Ουσιαστικά διερευνά τις δυνατότητες που η σύζευξη αυτή παρέχει για την συνεχή αναζήτηση ενός χειραφετικού προτάγματος, που χωρίς αποκλεισμούς θα επιτρέπει την διαρκή (ανα)νοηματοδότησή του από όλους όσους συμμετέχουν στην εκπαιδευτική πράξη. Έτσι ο συγγραφέας εστιάζει όχι μόνο στο διερευνητικό (ανα)στοχαστικό πλαίσιο που μπορεί να διαμορφώσει αυτή η σύζευξη αλλά και στις προϋποθέσεις, με τις οποίες εκπαιδευτικοί και μαθητές μπορούν να εμπλακούν σε μια διαλεκτική αναζήτηση ιδεών, αξιών και στάσεων, που υποστηρίζουν τόσο την κριτική προσέγγιση της κατασκευασμένης πραγματικότητας όσο και νέους εναλλακτικούς τρόπους για παραγωγή νοημάτων σε έναν χειραφετικό προσανατολισμό. Με αυτό τον τρόπο ακόμη και οι απελευθερωτικές εκπαιδευτικές αξίες, που αποτελούν το πρόταγμα του κινήματος της Κριτικής Παιδαγωγικής, δεν θεωρούνται ως a priori αποδεκτές από τους συμμετέχοντες, ούτε νομιμοποιούνται με κριτήρια κανονιστικής εγκυρότητας. Αντίθετα απορρέουν από κοινές πεποιθήσεις, που οικοδομούνται σταδιακά και νομιμοποιούνται πρόσκαιρα μέσα από (ανα) στοχαστικές συμμετοχικές διαδικασίες.

Μια παρέμβαση με χαρακτηριστικά έρευνας δράσης με κριτικό προσανατολισμό παρουσιάζεται στο επόμενο άρθρο. Η Αλεξάνδρα Ανδρούσου περιγράφει την παιδαγωγική παρέμβαση του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα. Πρόκειται για μια παρέμβαση που οργανώνεται με βάση τη θεωρητική θέση της κριτικής παιδαγωγικής, που αποτελεί ένα βασικό σημείο αναφοράς στην εκπαίδευση των φοιτητών/τριών μας. Στο κείμενο επισημαίνονται οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε η συγκεκριμένη παρέμβαση (ο στοχαστικοκριτικός προσανατολισμός των σπουδών στο συγκεκριμένο τμήμα και η κοινωνική του διάσταση), οι παράμετροι που λήφθηκαν υπόψη κατά τον σχεδιασμό της παρέμβασης (εκτίμηση της κατάστασης, κατανόηση και ανάλυση του πλαισίου με όλες τις ιστορικές και κοινωνικο-πολιτικές του διαστάσεις) και ο τρόπος ανάπτυξης και εξέλιξής της στη λογική της έρευνας δράσης (σχεδιασμός, υλοποίηση, αξιολόγηση και στοχασμός). Τέλος σε μια αναστοχαστική διερεύνηση συζητιούνται τα ποικίλα οφέλη που προέκυψαν από την δυναμική ανάπτυξη της παρέμβασης τόσο για τα παιδιά-πρόσφυγες που συμμετείχαν σε αυτήν όσο και για την ομάδα σχεδιασμού και υλοποίησης (διδάσκουσα-επόπτρια και φοιτητές-υποψήφιοι εκπαιδευτικοί).

Το 7ο τεύχος ολοκληρώνεται με δύο θεωρητικά άρθρα. Τα πρώτο αναφέρεται στα ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής στις χώρες της Ευρώπης, ενώ το δεύτερο συζητά τις δυνατότητες που παρέχει η εκπαιδευτική έρευνα δράσης που αναπτύσσεται σε μια Επαγγελματική Κοινότητα Μάθησης να διερευνηθούν ζητήματα διδακτικής.

Οι υποψήφιοι διδάκτορες Albulene Grajcevci και Arif Shala, στο άρθρο τους με τίτλο Formal and Non-Formal Education in the New Era, εστιάζουν σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, αρχικά εντοπίζουν βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η εκπαίδευση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως τέτοια θεωρούν: α) την επικράτηση της λογικής της οικονομίας και της αγοράς, β) την αδυναμία να προσφέρει στους μαθητές τις δεξιότητες που χρειάζονται τον 21ο αι., γ) την υποβάθμιση της ποιότητας της διδασκαλίας και δ) τη μονοφωνία των διδακτικών περιεχομένων, τα οποία βασίζονται αποκλειστικά σε μία μόνο πηγή  πληροφορίας. Στη συνέχεια υποστηρίζουν τη θέση ότι για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά, είναι απαραίτητο η εκπαιδευτική πολιτική στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενσωματώσει τέσσερα βασικά στοιχεία, παράγοντες που θα βοηθήσουν την εκπαίδευση να αποκτήσει ποιότητα. Αυτά τα στοιχεία είναι: η χρήση νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, η διδασκαλία ψηφιακών δεξιοτήτων, η χρήση άτυπων και μη τυπικών μορφών μάθησης στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης και τέλος η αξιοποίηση ποικίλων τρόπων μάθησης που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις κλίσεις όλων των μαθητών. Ουσιαστικά στο άρθρο δομείται επιχειρηματολογία που υποστηρίζει την αναγκαιότητα υιοθέτησης τέτοιων εκπαιδευτικών πολιτικών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.      

Ο Γιώργος Πολυζώης στο άρθρο του Έρευνα Δράσης από Εκπαιδευτικές Κοινότητες με Αξιοποίηση της Μάθησης με Διερώτηση: Θεωρητικό Πλαίσιο και Προτάσεις για τη Διδασκαλία και τη Μάθηση των Φυσικών Επιστημών συσχετίζει την εκπαιδευτική έρευνα δράσης με την μάθηση με διερώτηση στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής κοινότητας μάθησης. Η εκπαιδευτική έρευνα δράσης εστιάζει, μεταξύ άλλων, τόσο στην ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών (βελτίωση της ατομικής τους επάρκειας), όσο και στον σχηματισμό ομάδων, ώστε και η ομαδική εργασία των εκπαιδευτικών να συνάδει με τη βελτίωση της ατομικής τους επάρκειας. Για την επίτευξη αυτών των στόχων ο συγγραφέας στην παρούσα εργασία προτείνει ένα θεωρητικό πλαίσιο τριών αξόνων και αναλύει την αλληλεπίδρασή τους. Ο πρώτος άξονας της εργασίας τεκμηριώνει τις Επαγγελματικές Κοινότητες Μάθησης (ΕΚΜ) (Professional Learning Communities-PLC). Ακολούθως, στο δεύτερο άξονα προτείνεται η ανάληψη έρευνας δράσης εκ μέρους μιας ΕΚΜ. Ο τρίτος άξονας υιοθετεί από τη Διδακτική των Φυσικών Επιστημών την προσέγγιση της μάθησης με διερώτηση (Inquiry based Learning – IBL). Το κύριο ερευνητικό ερώτημα που συζητιέται είναι πώς ο συνδυασμός των τριών αυτών αξόνων θα μπορούσε να ωφελήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εργασία εκπαιδευτικών και μαθητών οδηγώντας σε επιθυμητά μαθησιακά αποτελέσματα.

Το τεύχος ολοκληρώνεται με την βιβλιοπαρουσίαση του συλλογικού τόμου με τίτλο «Μεθοδολογία, πολιτικές, πρακτικές επιμόρφωσης και επαγγελματικής ανάπτυξης του εκπαιδευτικού που βασίζονται στο σχολείο» που επιμελήθηκε πρόσφατα ο Γιώργος Μπαγάκης (εκδόσεις Γρηγόρης).

Full Text in. pdf format